Beaux-Arts: Η γαλλική αρχιτεκτονική μόδα στην Αθήνα

14.04.2015
  • Γραμματοσειρά
    - +
    K2_DOUBLE_INCREASE_FONT_SIZE
Η Λέσχη Αξιωματικών στην Αθήνα - έργο του Αλέξανδρου Νικολούδη (1932)
Η Λέσχη Αξιωματικών στην Αθήνα - έργο του Αλέξανδρου Νικολούδη (1932) Ένα απο τα τελευταία δείγματα Beaux-Arts που ανεγέρθηκαν στην χώρα
Τα νεοκλασικά κτήρια της Αθήνας έχουν ταυτιστεί στην συλλογική μνήμη των κατοίκων της με την αναγέννηση του Νέου Ελληνικού Κράτους. Κύρια χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής αυτής παράδοσης είναι η αυστηρή συμμετρία στις όψεις  και τα διακοσμητικά στοιχεία που παραπέμπουν στην κλασσική αρχαιότητα όπως, κίονες, παραστάδες, καρυάτιδες, αετώματα, ακροκέραμα και φουρούσια. Ο νεοκλασικισμός θα χρησιμοποιηθεί παντού, από ανάκτορα, μέγαρα, εκπαιδευτικά κτήρια, μουσεία και εκκλησίες μέχρι απλές κατοικίες στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας.*
 

 

Σπιτάκια στις συνοικίες του Ψυρρή και της Βλασαρούς θα φέρουν διακοσμητικά στοιχεία της νέας αυτής αρχιτεκτονικής που μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες θα εξαφανίσει σχεδόν ολοκληρωτικά τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της οθωμανικής περιόδου. Η νέα Αθήνα και κατ’ επέκταση η νέα Ελλάς θα είναι νεοκλασική και νεοκλασική θα παραμείνει για ένα μεγάλο διάστημα στο μέλλον.

 

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες θα ξεκινήσουν να αμφισβητούν την κυριαρχία του κλασικισμού και του εκλεκτισμού πειραματιζόμενοι με νέα στυλ (Art Nouveau, Jugendstil) ταοποία απαρνούνται τα έντονα διακοσμητικά στοιχεία των ιστορικιστικών ρυθμών και εμπνέονται από

Η κλασικιστική αρχιτεκτονική ήταν ένας ρυθμός που αντικατόπτριζε τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους

γεωμετρικά μοτίβα αλλά και ασύμμετρες οργανικές μορφές, δίνοντας έμφαση στις καμπύλες γραμμές. Όμως το κίνημα αυτό ελάχιστα θα απασχολήσει τους Έλληνες αρχιτέκτονες, άλλωστε πέρα από κάποια διακοσμητικά στοιχεία που παραπέμπουν στο λεξιλόγιο της Art Nouveau δεν υπάρχουν στην Αθήνα κτήρια που υιοθετούν τις αρχές τις αρχές του κινήματος στο σύνολό τους.

 

Οι έλληνες αρχιτέκτονες θα συνεχίζουν να σχεδιάζουν κλασικιστικά κτήρια τα οποία σταδιακά θα αρχίσουν να αποκλίνουν από το πνεύμα του αυστηρού βαυαρικού νεοκλασικισμού και να ρέπουν προς τον εκλεκτικισμό κάνοντας χρήση στοιχείων από την ιταλική αναγέννηση αλλά και την βορειοευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Χαρακτηριστικά κτήρια αυτής της ύστερης νεοκλασικής περιόδου (1890-1925) είναι τα ιδιωτικά και δημόσια μέγαρα και εκκλησίες που σχεδίασε ο Ερνέστος Τσίλλερ (1837- 1923).       

 

 

Η οριστική ρήξη με τον βαυαρικό κλασικισμό θα έρθει όταν έλληνες αρχιτέκτονες, απόφοιτοι της παρισινής École des Beaux-Arts θα επιστρέψουν στην Αθήνα και θα ξεκινήσουν να εφαρμόζουν στα κτήρια που σχεδιάζουν τις αρχές μιας νέας μορφής κλασικισμού που θα μείνει γνωστός στην ιστορία της τέχνης ως «στυλ  Beaux-Arts».  Στοιχεία του νέου αυτού ρυθμού είναι η συμμετρία,  το μνημειακό ύφος, ο πλούσιος γλυπτικός διάκοσμος και η σύνθεση ιστορικών ρυθμών με την επικράτηση στοιχείων ρωμαϊκής, αναγεννησιακής και μπαρόκ αρχιτεκτονικής.  

 

Χαρακτηριστικά δείγματα του Beaux-Arts κλασικισμού στην Αθήνα αποτελούν η Φοιτητική Λέσχη (1926) και ο Κινηματογράφος Αττικόν (1916) του Αλέξανδρου Νικολούδη, τα κεντρικά γραφεία της Ιονικής Τράπεζας (1925), το Μουσείο Μπενάκη (1867) και το μέγαρο Merlin de Douai ( 1893) που στεγάζει την  Γαλλική Πρεσβεία του Αναστασίου Μεταξά.

 

Δύο από τα πλέον εμβληματικά δείγματα της Beaux-Arts αρχιτεκτονικής βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο στην περιοχή μεταξύ προεδρικού μεγάρου και βασιλίσσης Σοφίας όπου συγκεντρώνονται αρκετά αξιόλογα δείγματα νεοελληνικής αρχιτεκτονικής από τον νεοκλασικισμό μέχρι τον μοντερνισμό. Τα κτήρια που μας ενδιαφέρουν είναι η Λέσχη Αξιωματικών (1924) του Αλέξανδρου Νικολούδη και το μέγαρο γνωστό ως Φοίβου Δώμα του Ιωάννη Μούση.

 

 

Το Φοίβου Δώμα

 

 

Το Φοίβου Δώμα είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αθηναϊκού νεοκλασικισμού. Χρονολογείται  στην πρώτη δεκαετία του 20ου  αιώνα και φέρει τα γνώριμα χαρακτηριστικά των αθηναϊκών κατοικιών της περιόδου όπως συμμετρία στην όψη, μπαλκόνι πάνω από την κεντρική είσοδο, γείσο, ακροκέραμα κτλ. Ενώ ο αρχιτέκτονας του αρχικού κτηρίου παραμένει άγνωστος γνωρίζουμε ότι μεταξύ  των ετών 1916-1918 έγιναν τροποποιήσεις με σκοπό την απόδοση στην οικία ενός πιο επιβλητικού ύφους. Ο εφοπλιστής Αντώνιος Α. Εμπειρίκος (1870-1931), στην ιδιοκτησία του οποίου είχε περιέλθει το κτήριο, ανέθεσε στον Ιωάννη Μούση, απόφοιτο της École des Beaux-Arts, την προσθήκη μνημειακών στοιχείων τόσο στην πρόσοψη όσο και στο εσωτερικό του κτηρίου. Τόσο η εντυπωσιακή μαρμάρινη είσοδος με τα βαριά δρύινα θυρόφυλλα όπως και το μαρμάρινο κλιμακοστάσιο που οδηγεί από τον κεντρικό θάλαμο στον πρώτο όροφο, φέρουν την επιγραφή: «Ιωάννης Μούσης, Αρχιτέκτων». Την θύρα κοσμούν μαρμάρινη γιρλάντα δαφνόφυλλων, κεφαλή του Απόλλωνα καθώς και η εγχάρακτη επιγραφή «Φοίβου Δώμα», δηλαδή κατοικία του Απόλλωνα. Η ρομαντική αυτή ονομασία του μεγάρου, παραπέμπει στο γειτονικό κατά την αρχαιότητα γυμνάσιο το οποίο όφειλε την ονομασία του σε παρακείμενο ιερό, αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα. Η οικία αγοράσθηκε το 1920 από το ολλανδικό κράτος και έκτοτε αποτελεί την επίσημη ολλανδική πρεσβευτική κατοικία.  

 

 

Η Λέσχη Αξιωματικών


 

Το Σαρόγλειο Μέγαρο όπου στεγάζεται η λέσχη αξιωματικών αποτελεί κορυφαίο δείγμα του στυλ Beaux-Arts στην Αθήνα. Ολοκληρώθηκε το 1932 και είναι ένα από τα τελευταία κτήρια Beaux-Arts που ανεγέρθησαν στην ελληνική πρωτεύουσα.  Το κτήριο χωρίζεται σε βάση με κυφωτή λιθοδομή που αντιστοιχεί στο ημιυπόγειο, κορμό που αντιστοιχεί στο ανυψωμένο ισόγειο με μνημειακή είσοδο και κλιμακοστάσιο και στέψη που αποτελείται από το γείσο και το στηθαίο. Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η κιονοστοιχία στον όροφο με ζεύγη ιωνικών κιόνων η οποία είναι εμπνευσμένη από  την ανατολική πρόσοψη του Λούβρου σχεδιασμένη από τον Claude Perrault (1613 – 1688).

 

 

Μια νέα αρχιτεκτονική

 

Η κλασικιστική αρχιτεκτονική (δηλαδή ο νεοκλασικισμός και το στυλ Beaux-Arts) ήταν ένας ρυθμός που αντικατόπτριζε τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους καθώς και την θεωρία της  ιστορικής συνέχειας μεταξύ της νέας Ελλάδας που αναδύθηκε από την Επανάσταση και της κλασσικής αρχαιότητας. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον καταστροφικό Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919-1922, ο οποίος έδωσε τέλος στον ελληνικό επεκτατισμό οι οπαδοί του ακαδημαϊκού κλασικισμού άρχισαν να βρίσκουν τους κύριους ανταγωνιστές τους μεταξύ μίας νέας γενιάς αρχιτεκτόνων οι οποίοι ασπάζονταν τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. Ο υπερβολικός φορμαλισμός καθώς και η κάλυψη των φερόμενων και φερόντων στοιχείων με φλύαρες διακοσμητικές λεπτομέρειες που απέκρυπταν την ειλικρίνεια της κατασκευής κατακρίθηκαν έντονα από τους   αρχιτέκτονες του μοντερνισμού οι οποίοι στέφονταν στο μέλλον και όχι το παρελθόν για να αντλήσουν έμπνευση.

 

 

*Πρόκειται για μετάφραση του αγγλικού κειμένου που είναι δημοσιευμένο εδώ

Δώστε το σχόλιο σας ...