Whistleblowing: είναι άραγε η διαρροή κυβερνητικών πληροφοριών νόμιμη;

10.03.2014
  • Γραμματοσειρά
    - +
    K2_DOUBLE_INCREASE_FONT_SIZE
Έντουαρντ Σνόουντεν, Τζούλιαν Ασάνζ
Έντουαρντ Σνόουντεν, Τζούλιαν Ασάνζ Greeklish - Flickr © EFFER LECEBE

Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Ο Έντουαρντ Σνόουντεν, ένας τριαντάχρονος σχετικά χαμηλόβαθμος υπάλληλος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, αποφασίζει να διαρρεύσει σε αγγλική εφημερίδα έγγραφα και στοιχεία που αποδεικνύουν πως οι αμερικανικές υπηρεσίες, συλλέγουν προσωπικά ηλεκτρονικά στοιχεία εκατομμύριων πολιτών εντός και εκτός Αμερικής και, σε συνεργασία με τις αντίστοιχες Βρετανικές υπηρεσίες, υποκλέπτουν επικοινωνίες ξένων ηγετών και υψηλόβαθμων στελεχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 
 

 

Ο Σνόουντεν έχοντας νωπό το παράδειγμα της Τσέλσι Μάνινγκ, στην οποία επιβλήθηκε ποινή 35 ετών για διαρροή στρατιωτικών εγγράφων που αποδείκνυαν μεταξύ άλλων τη δολοφονία αμάχων από Αμερικανούς στρατιώτες, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αμερική, βρίσκοντας τελικά καταφύγιο στη Ρωσία.

 

Η πρακτική αυτή του whistleblowing, της διαρροής δηλαδή εγγράφων και πληροφοριών από δημόσιους ή ιδιωτικούς υπαλλήλους, πληροφορίες που συνήθως αποδεικνύουν διαφθορά, εγκληματικές πράξεις ή, όπως και στη περίπτωση του Σνόουντεν, συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Από το σκάνδαλο των Pentagon Papers, μέχρι και την πρόσφατη και γνωστή στην Ελλάδα διαρροή των ονομάτων της ‘λίστας Λαγκαρντ’, συχνά παρατηρούμε, πως περιπτώσεις διαφθοράς, δεν αποκαλύπτονται στο ευρύ κοινό από επίσημους μηχανισμούς διαφάνειας, αλλά από τέτοιες ανώνυμες ή επώνυμες διαρροές. Πώς όμως οφείλει μια δημοκρατία να αντιμετωπίσει τέτοιες πρακτικές;

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με πρόσφατη νομολογία του έκρινε πως υπάρχουν πληροφορίες που είναι τόσο σημαντικές από άποψη συνεισφοράς στο δημόσιο διάλογο, που επιτρέπουν να αρθεί η υποχρέωση εχεμύθειας δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων.

 

Η απάντηση δεν είναι διόλου ξεκάθαρη. Οι επικριτές του whistleblowing υποστηρίζουν, ειδικά όσον αφορά τη διαρροή κυβερνητικών πληροφοριών στην οποία και εστιάζει το παρόν άρθρο, πως ο μέσος δημόσιος υπάλληλος δεν είναι σε θέση και δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφασίσει τί είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παραμείνει μυστικό και τί χρήζει δημόσιας προβολής. Τα κράτη έχουν νόμιμα τη δυνατότητα να κρατούν ορισμένες πληροφορίες μυστικές, για θέματα εθνικής ασφάλειας ή διπλωματικών σχέσεων παραδείγματος χάριν, και είναι σαφές πως η υποχρέωση εχεμύθειας των δημοσίων υπαλλήλων δεν μπορεί να λειτουργεί υπό τον όρο πως συμφωνούν ιδεολογικά με τις πρακτικές της εκάστοτε κυβέρνησης που υπηρετούν. Τα όρια μεταξύ παρανομίας και νόμιμης άσκησης κρατικής εξουσίας δεν είναι άλλωστε πάντοτε τόσο ευδιάκριτα. Ένας δημόσιος υπάλληλος λοιπόν που αποφασίζει να διαρρεύσει πληροφορίες, αναλαμβάνει το ρόλο του ‘εκτιμητή’ του δημόσιου συμφέροντος, κάτι που, βάσιμα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, είναι ασυμβίβαστο με τις υποχρεώσεις του να λειτουργεί ως εκτελεστής της θέλησης του κράτους. Παράλληλα είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη πως τέτοιες διαρροές δε γίνονται πάντα από ευσυνειδησία αλλά ενίοτε αποτελούν εξαιρετικό μέσο για να επιτευχθούν μικροπολιτικοί στόχοι, να παραποιηθούν γεγονότα και να δημιουργηθεί δυσεπανόρθωτο κλίμα δυσαρέσκειας εναντίον συγκεκριμένων προσώπων ή οργανισμών.

 

Πώς λοιπόν πρέπει μια δημοκρατία να χειριστεί το θέμα του whistleblowing ώστε να διασφαλίσει από τη μία προστασία για όσους αποκαλύπτουν παράνομες πρακτικές αλλά και να αποτρέψει από την άλλη να διαρρέουν πληροφορίες που σκοπό έχουν να ικανοποιούνται αθέμιτα ιδιωτικά συμφέροντα ή να δημοσιεύονται απόρρητα στοιχεία που θέτουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία του κράτους;

 

Την απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα επιχείρησε να δώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στη πρόσφατη νομολογία του. Το Δικαστήριο έκρινε πως υπάρχουν πληροφορίες που είναι τόσο σημαντικές από άποψη συνεισφοράς στο δημόσιο διάλογο, που επιτρέπουν να αρθεί η υποχρέωση εχεμύθειας δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Το Δικαστήριο κατέληξε πως αντίποινα κατά του whistleblower (απόλυση, υποβιβασμός, ποινική δίωξη ή καταδίκη) αποτελούν παραβίαση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση. Διέκρινε μεταξύ επιβλαβών ή ψευδών διαρροών, για τις οποίες δε παρέχεται προστασία και διαρροών που είναι προς το δημόσιο συμφέρον, συμβάλλοντας στην ενημέρωση των πολιτών. Έλαβε παρ’ όλα αυτά υπ’ όψη του τις παραπάνω αντιρρήσεις και ξεκαθάρισε πως προστασία μέσω της ελεύθερης έκφρασης θα παρέχεται μόνο στο ‘καλόπιστο’ whistleblower. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, καλόπιστος είναι ο whistleblower που εξαντλεί όλα τα εσωτερικά μέσα καταγγελίας που έχει στη διάθεση του προτού προβεί σε διαρροές στο τύπο. Οφείλει δηλαδή να ενημερώσει αρχικά τους ανωτέρους του ή όπου αυτό δεν είναι δυνατό, άλλες ανεξάρτητες αρχές ή την αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Μόνο όταν αυτό είτε δεν είναι εφικτό λόγω της φύσης της καταγγελίας, είτε αν δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική ανταπόκριση αφότου ο whistleblower προσέγγισε τέτοιους μηχανισμούς, επιτρέπεται να προβεί σε δημόσιες διαρροές. Παράλληλα το δικαστήριο απαίτησε ο whistleblower να μην έχει άλλο απώτερο κίνητρο (πχ. κάποιο ιδιοτελές συμφέρον - να δυσφημήσει δημόσια τον εργοδότη του φερ’ ειπείν, ή να αποκομίσει κάποιο χρηματικό κέρδος), παρεκτός να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον.

 

Η απόφαση έχει σαφή ελαττώματα καθώς παραβλέπει το φόβο η την εύλογη δυσπιστία που μπορεί να έχει ο whistleblower σε ‘εσωτερικούς’ μηχανισμούς καταγγελιών. Παράλληλα, ίσως δίνει μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε βάση στα κίνητρά του, παρά στην ουσία των πληροφοριών που μοιράζεται. Ξεκαθαρίζει όμως, πως στον Ευρωπαϊκό χώρο η φίμωση ή δίωξη των καλόπιστων whistleblower αποτελεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.

 

Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που δεν έχουν νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των whistleblower. Στη περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, ο τρέχων οδηγός ορθής διοικητικής συμπεριφοράς δεν αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται να αρθεί η υποχρέωση εχεμύθειας και σεβασμού του απορρήτου, και ενώ καλεί τους δημόσιους λειτουργούς να μη συγκαλύπτουν πράξεις κατά της νομιμότητας που αντιλαμβάνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δε θεσμοθετεί συγκεκριμένο πλαίσιο προστασίας τους. Το κενό αυτό θα όφειλε να συμπληρώσει ο Έλληνας νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη αντίστοιχες νομοθεσίες άλλων χωρών καθώς και τις σχετικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ.

Δώστε το σχόλιο σας ...