Ξενάγηση στην Αθήνα των προσφύγων του 22’ από την ομάδα Άστυ

29.03.2014
  • Γραμματοσειρά
    - +
    K2_DOUBLE_INCREASE_FONT_SIZE
Αριστερά: Δραπετσώνα δεκαετία 1960. Δεξιά: Ν. Κόσμος σήμερα
Αριστερά: Δραπετσώνα δεκαετία 1960. Δεξιά: Ν. Κόσμος σήμερα Ομάδα Άστυ
Η άφιξη των προσφύγων από την Μικρά Ασία είχε ως απόρροια μία τεράστια ανθρωπιστική κρίση η οποία δοκίμασε τις δομές του ελληνικού κράτους καθώς  μετά από χρόνια πολέμων η χρεοκοπημένη χώρα καλούνταν να παράσχει στέγη και επισιτιστική βοήθεια στις εκατοντάδες χιλιάδες Ρωμιών και Αρμενίων προσφύγων που εγκατέλειψαν την Μικρά Ασία μετά τη λήξη της ελληνικής κατοχής το 1922.  Σύντομα ο αριθμός των προσφύγων θα αυξηθεί καθώς στην Ελλάδα θα καταφθάσουν και αυτοί που υπάχθηκαν στους όρους της σύμβασης της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. 

 

 

 


Αρχικά οι πρόσφυγες στεγάζονται σε αντίσκηνα, ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια, όπως θέατρα και εκκλησίες, και όπου αλλού βρίσκεται ελεύθερος χώρος. Παρά την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, οι πρόσφυγες έρχονται αντιμέτωποι με την καχυποψία και την εχθρική συμπεριφορά των ντόπιων, οι οποίοι τους αποδίδουν προσβλητικά επίθετα όπως «τουρκόσποροι», «γιαουτοβαπτισμένοι» και «σκατοογλούδες». Παράλληλα ο φιλομοναρχικός τύπος της εποχής αντιλαμβάνεται τους πρόσφυγες ως πολιτική απειλή και βρίθει δημοσιευμάτων με έντονο αντιπροσφυγικό μένος.


Λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας η κατασκευή μόνιμων κατοικιών καθυστερεί σημαντικά, με αποτέλεσμα  χιλιάδες οικογένειες προσφύγων να διαμένουν στις παρυφές των πόλεων σε πρόχειρους καταυλισμούς παραπηγμάτων μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '60.  Στην Αθήνα οι μεγαλύτεροι καταυλισμοί ανεγείρονται στη Δραπετσώνα και στον Ασύρματο των Πετραλώνων, εκεί όπου το 1961 ο Αλέκος Αλεξανδράκης γύρισε την ταινία «Συνοικία το όνειρο». Ο Πειραιάς απορροφά τον μεγαλύτερο όγκο των προσφύγων, με συνοικισμούς να δημιουργούνται στην Κοκκινιά, τον Κορυδαλλό, το Κερατσίνι, τη  Δραπετσώνα, τη Νέα Καλλίπολη, το Τουρκολίμανο, του Ρέντη και τα Καμίνια. Άλλες θέσεις προσωρινής στέγασης βρίσκονται στο Περιστέρι, τη Νέα Φιλαδέλφεια, τη Νέα Χαλκηδόνα, το Νέο Ηράκλειο, τον Ταύρο, τις Τζιτζιφιές, τον Βύρωνα, τον Υμηττό, το Πολύγωνο, το Γηροκομείο και στου Δουργούτη, (τον σημερινό Νέο Κόσμο). Ο προσφυγικός συνοικισμός του Δουργουτίου έχει μάλιστα απαθανατιστεί κινηματογραφικά στις ταινίες «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου και «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» του Κώστα Φέρρη. Εικόνες από μια «Μαγική Πόλη» μεταφέρουν και οι σελίδες από τον «Κολοσσό του Αμαρουσίου» του Henry Miller, που αναφέρονται στη γειτονιά του Δουργουτίου (σελ 180-182):



«Σκοτώσαμε την ώρα μας τριγυρνώντας μέσα στη γειτονιά, απορώντας όχι τόσο για τη βρωμιά, όσο για τη συγκινητική προσπάθεια των ανθρώπων να στολίσουν τα άθλια καλύβια τους. Μόλο που ήταν φτιαγμένα από σκουπιδαριό, έβρισκες εδώ πιότερη χάρη και χαρακτήρα παρά σε μια καινούρια πόλη. Σου έφερνε στο νου βιβλία, εικόνες, όνειρα, θρύλους, σου θύμισε ονόματα σαν του Λιούς Κάρολ, Ιερώνυμου Μπος, Μπρέγκελ, Μαξ Ερνστ, Χανς Ράιχελ, Σαλβαντόρ Νταλί, Γκόγια, Τζιόττο, Πάουλ Κλεε, για να αναφέρω μερικούς μόνο. Μέσα από τη φοβερή φτώχεια και τον πόνο έβγαινε μια φλόγα που ήταν ιερή, σου έδινε αμέσως ένα αίσθημα σεβασμού. Δε σου ερχόταν καθόλου να γελάσεις σαν έβρισκες μια μισογερμένη παράγκα να χη ένα λιακωτό φτιαγμένο από τενεκέδες.»

 

 

Η εφαρμογή του προγράμματος στέγασης των προσφύγων ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 για να ολοκληρωθεί μεταπολεμικά από τις κυβερνήσεις Γεωργίου Παπανδρέου,  όταν με το σύνθημα «Θάνατος στην παράγκα!» κατεδαφίσθηκαν οι τελευταίες προσφυγικές παραγκουπόλεις που είχαν απομείνει για να αντικατασταθούν από πολυώροφα κτήρια. Ο πρώτος τύπος προσφυγικών που κατασκευάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ήταν τα λεγόμενα «γερμανικά», με χρήματα που παρέλαβε η Ελλάδα από τις πολεμικές αποζημιώσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τα οποία σήμερα διασώζονται ελάχιστα στην περιοχή του Ταύρου. Την ίδια περίπου περίοδο η «Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων» προχωρά στην κατασκευή προσφυγικών διπλοκατοικιών από τοπικό κόκκινο λίθο, αρκετές από τις οποίες σώζονται στην Καισαριανή, στην Κοκκινιά και στη Νέα Φιλαδέλφεια, έχοντας χαρακτηριστεί διατηρητέες.


Η ανάγκη άμεσης εύρεσης στέγης για τους πρόσφυγες, καθώς και η ανάγκη περιορισμού των αυτοσχέδιων παραπηγμάτων συνέπεσε με μια αλλαγή νοοτροπίας για την αστική αρχιτεκτονική στην Αθήνα, την οποία ταυτόχρονα υπέθαλψε, βοηθώντας την να ωριμάσει. Οι πολεοδομικές αλλαγές που υπέβοσκαν ήδη από την δεκαετία του 1910 επιταχύνθηκαν αναγκαστικά με την έλευση των προσφύγων από την Μικρά Ασία, με τα νομοθετήματα που όριζαν την «ιδιοκτησία κατά ορόφους» και τα οποία άνοιξαν το δρόμο για την ανέγερση πολυώροφων κατοικιών να παίζουν καθοριστικό ρόλο.



Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη γενιά των αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, αλλά και οι Έλληνες αρχιτέκτονες που έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό είναι ήδη εξοικειωμένοι με τις αρχές του Μοντέρνου Κινήματος, τις οποίες σύντομα θα κληθούν να εφαρμόσουν στις πολυκατοικίες που θα ανεγερθούν στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας και του Πειραιά κατά τη διάρκεια ολόκληρης της δεκαετίας του 1930. Από το οικοδομικό πρόγραμμα αποκατάστασης των προσφύγων της εποχής εκείνης, τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα είναι οι πολυκατοικίες στο Νέο Κόσμο και στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

 

Σχεδιασμένα από τους τότε υπαλλήλους της «Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πρόνοιας» αρχιτέκτονες Κίμωνα Λάσκαρη και Δημήτρη Κυριακό, τα προσφυγικά κτήρια τόσο του Δουργουτίου όσο και της Αλεξάνδρας αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα εφαρμογής του Μοντερνισμού. Η αυστηρότητα τους, η λιτότητά τους και η έμφαση στη λειτουργικότητα και την ύπαρξη κοινόχρηστων χώρων απηχούν τις αρχές του γερμανικού φονξιοναλισμού, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν χαρακτηριστικά που υπαγορεύονται από τις ανάγκες της εποχής και από την βεβιασμένη, λόγω των συνθηκών, ανέγερση τους. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Φιλιππίδης στο έργο του «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική» «στη μεταφορά στην Ελλάδα των καθαρών μορφών του Bauhaus, οι πολυκατοικίες αυτές, παρόλη την κακή τους συντήρηση, διατηρούν ακόμα και σήμερα μία γεωμετρική διαύγεια και μία πρωτοποριακή τολμηρότητα». Το σύνολο των πολυκατοικιών του Δουργουτίου συμπληρώνεται από δύο μεταγενέστερες πολυκατοικίες σχεδιασμένες από τον Άγγελο Σιάγα. Τα αρχιτεκτονικά αυτά γνωρίσματα αλλά και η ιστορική σημασία των κτηρίων τούς αποδίδουν ένα μνημειακό χαρακτήρα, γεγονός που επιβάλει την προστασία τους και τον χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέων.

 

Είναι εντυπωσιακό ότι αν και οι συγκεκριμένες πολυκατοικίες σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, ανεγέρθηκαν όχι μόνο για να στεγάσουν τους πρόσφυγες αλλά και για να περιοριστεί το φαινόμενο τις επέκτασης των παραπηγμάτων σε πιο κεντρικές συνοικίες της Αθήνας, η κατάσταση στην οποία περιήλθαν με την πάροδο των χρόνων γέννησε κατά καιρούς σχόλια αντίστοιχα με αυτά που ξεσήκωσαν τα παραπήγματα τα οποία κλήθηκαν να αντικαταστήσουν. Παρά την εντυπωσιακή μορφή που παρουσίαζαν ως νεόδμητες, η αντιμετώπιση της μετέπειτα κατάστασης τους θυμίζει αρκετά την εχθρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν από το επίσημο κράτος οι πρώτοι προσφυγικοί συνοικισμοί και τη συνολική θεώρησή τους ως «ντροπή» για την σύγχρονη πόλη που πρέπει πάση θυσία να αποκρύβεται. Εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και παρά την εσπευσμένη επιδιόρθωση τους, οι πολυκατοικίες του Δουργουτίου κρύφτηκαν μέσω ενός μεταλλικού πλέγματος με αναρριχητικά φυτά, ενώ παρόμοια τύχη είχαν και τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας.

 

 


Όμως ανεπιθύμητοι από την κεντρική εξουσία δεν ήταν μόνο οι προσφυγικοί συνοικισμοί, αλλά και οι κάτοικοί τους. Εβδομήντα χρόνια μετά την κατασκευή τους, οι προσφυγικές πολυκατοικίες τόσο του Δουργουτίου όσο και της λεωφόρου Αλεξάνδρας συνεχίζουν να στεγάζουν «ανεπιθύμητους». Οι Μικρασιάτες έχουν δώσει τη θέση τους σε πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες  και σε οικονομικούς μετανάστες από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τις ίδιες δύσκολες συνθήκες ζωής, καθώς και τις ίδιες μορφές ρατσισμού και ξενοφοβίας.

Εξετάζοντας τις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες του Δουργουτίου, μπορούμε να ανακαλύψουμε αρκετούς παραλληλισμούς ανάμεσα στο χθες των Αρμενίων και Ρωμιών προσφύγων και στο σήμερα των Αράβων μεταναστών που διαμένουν σε αυτές. Ο συνοικιακός κινηματογράφος που με τις τουρκικές ταινίες του λειτουργούσε ως γέφυρα των προσφύγων με το οθωμανικό παρελθόν έχει τώρα  αντικατασταθεί από τα δορυφορικά πιάτα, ενώ η – στεγασμένη σε παράγκες –  Αρμένικη αγορά του Δουργουτίου βρίσκει το σημερινό ανάλογο της στα μπακάλικα των Ιρακινών και των Σύριων μεταναστών στα τριγύρω στενά. Οι θρησκευτικές ανάγκες των τότε ενοίκων των πολυκατοικιών εξυπηρετούνταν σε αυτοσχέδιες εκκλησίες, ενώ των σημερινών σε ένα τζαμί το οποίο, ελλείψει κανονικού λατρευτικού χώρου, στεγάζεται σε ένα υπόγειο γκαράζ. Δυστυχώς, η αντιπροσφυγική υστερία της μεσοπολεμικής συντηρητικής παράταξης σήμερα μεταφράζεται σε άγριες επιθέσεις της Χρυσής Αυγής με στόχο ξανά τον «άλλο» που διαμένει στην ίδια γειτονιά. Ίσως ο τελευταίος παραλληλισμός που μένει ακόμα μετέωρος είναι η ενσωμάτωση και η αποδοχή των προσφύγων του σήμερα, όπως ακριβώς έγινε και με τους πρόσφυγες του τότε.

Δώστε το σχόλιο σας ...