Οδός Πειραιώς: Μεγάλη ελληνική λεωφόρος με ρημαγμένα παλιά δοξασμένα σπίτια και φτωχούς*

15.10.2014
  • Γραμματοσειρά
    - +
    K2_DOUBLE_INCREASE_FONT_SIZE
Οδός Πειραιώς: Μεγάλη ελληνική λεωφόρος με ρημαγμένα παλιά δοξασμένα σπίτια και φτωχούς*
Η ύπαρξη της οδού Πειραιώς υπήρξε πολυτάραχη, από τα μεγαλεπήβολα σχέδια που συνόδεψαν την χάραξή της μέχρι το σημερινό της αστικό μαρασμό. Προορισμένη αρχικά να ενώνει την αναγεννώμενη πρωτεύουσα με το επίνειο της, αλλά και τα χειμερινά με τα θερινά ανάκτορα και να φιλοξενεί πλήθος δημοσίων κτηρίων, η οδός Πειραιώς κατέληξε στον βιομηχανικό της χαρακτήρα στα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο καθηγητής του ΕΜΠ Νίκος Μπελαβίλας, «στην νεότερη Ελλάδα δεν υπάρχει πιο επίσημο, πομπώδες και φιλόδοξο πολεοδομικό σχέδιο, με τέτοια δραματική ανατροπή.»

 

 

 

Οι διαρκείς εναλλαγές της φυσιογνωμίας της προίκισαν την οδό Πειραιώς με κτηριακό απόθεμα μεγάλης ποικιλίας στο οποίο αντικατοπτρίζονται όλες οι φάσεις από τις οποίες πέρασε και συνεχίζει να περνά ο δρόμος, οι αθρόες όμως κατεδαφίσεις της μεταπολεμικής Αθήνας έχουν στερήσει από την Πειραιώς σημαντικά κτήρια τα οποία ήταν κομμάτι της αρχιτεκτονικής, πολιτιστικής και πολιτικής της κληρονομιάς. Ακολουθούμε λοιπόν το αθηναϊκό κομμάτι του άξονα της οδού Πειραιώς αναλογιζόμενοι τις συνεχείς μεταμορφώσεις της, σταματώντας σε τέσσερα εξαφανισμένα σήμερα τοπόσημα της, κληρονομιά της εποχής του νεοκλασικισμού που χάθηκε κάτω από την μεταπολεμική ανοικοδόμηση.

 

Ξεκινώντας έναν περίπατο από την Πλατεία Ομονοίας και ακολουθώντας την οδό Πειραιώς, το βλέμμα ενός αθηναίου του 19ου αιώνα θα σταμάταγε αρχικά στο Μέγαρο Μουρούζη, που βρισκόταν απάνω στο όριο της πλατείας. Χτισμένη σε σχέδια του καθηγητή του Πολυτεχνείου Ιωάννη Σέχου το 1868 για λογαριασμό του εύπορου Αθηναίου Κωνσταντίνου Μουρούζη, η οικία Μουρούζη ξεχώριζε από αντίστοιχα κτήρια της εποχής της για τον επιτηδευμένα μνημειακό της χαρακτήρα, που τον όφειλε κατά κύριο στις δύο απομιμήσεις ιωνικών ναΐσκων που έπαιζαν τον ρόλο τον μπαλκονιών στην πρόσοψη της, όσο και στο βάθρο του ισογείου της.

 

 

 

Μέγαρο Μουρούζη (φωτο Μάνος Μπίρης, Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμ, "Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα")

 

Χαρακτηρισμένο από τον Μάνο Μπίρη σαν «πρωτοπόρο έργο της ακμαίας φάσης του αθηναϊκού κλασικισμού» και φημισμένο για την πολυτέλεια και την κατασκευαστική του ποιότητα, καθώς η ανέγερση του συμπίπτει με την εισαγωγή και την καθιέρωση περισσότερων τεχνικών μαθημάτων στην αρχιτεκτονική σχολή του Πολυτεχνείου, το Μέγαρο Μουρούζη κατεδαφίστηκε κατά την δεκαετία του 1960, δίνοντας αρχικά την θέση του στο ξενοδοχείο King Minos, και εν συνεχεία στο ξενοδοχείο Acropol. Η μοίρα του Μεγάρου Μουρούζη αντικατοπτρίζει πλήρως την μεταπολεμική μεταλλαγή ολόκληρης της Πλατείας Ομονοίας και την αντικατάσταση του νεοκλασικού περιγράμματος της από πολυώροφα κτήρια γραφείων και ξενοδοχείων, με λίγες σχετικά εξαιρέσεις.

 

Άλλη μια άποψη του Μεγάρου Μουρούζη

 

Ένα ακόμα κτήριο της οδού Πειραιώς, που αν και ολότελα εξαφανισμένο σήμερα αποτέλεσε για χρόνια κομμάτι της μυθολογίας της, ήταν η οικία του γιατρού Τσοποτού, στο τρίστρατο των οδών Πειραιώς, Μενάνδρου και Βούλγαρη. Η μορφή του οικοπέδου οδήγησε τον αρχιτέκτονά του στο να σχεδιάσει μια μίμηση του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη, η οποία λειτουργούσε ως σύνδεση των δύο γωνιακών όψεων του κτηρίου. Πρόκειται για μία λύση που χρησιμοποιήθηκε αρκετά ευρέως στην Αθήνα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, με πιο αναγνωρίσιμα σωζόμενα δείγματα της το κτήριο του Μουσείου Φρυσίρα στην Πλάκα και τον Φάρο των Χαυτείων, στη διασταύρωση Αιόλου και Σταδίου.

Οικία Τσοποτού

 

Η οικία Τσοποτού ανήκε στον ασυνήθιστο για τα αθηναϊκά δεδομένα τύπο νεοκλασικού σπιτιού με πλάγια αετωματικά στοιχεία, μια μορφολογία δείγματα της οποίας συναντούσε συχνά κανείς επί της οδού Πειραιώς. Έναν αιώνα μετά την ανέγερσή της, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οικία Τσοποτού κατεδαφίστηκε έχοντας ωστόσο προλάβει να απαθανατιστεί ζωγραφικά από τον Νίκο Εγγονόπουλο ο οποίος το ζωγράφισε, μαζί με άλλα αθηναϊκά κτήρια, κατόπιν παραγγελίας του συλλόγου «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη».

 

  Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα (φωτο Σύλλογος Φίλων Ιδρύματος Χατζηκώνστα)

 

Από τα πλέον χαρακτηριστικά κτήρια της οδού Πειραιώς στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, το Ορφανοτροφείο του Ιδρύματος Χατζηκώνστα σχεδιάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ κατά την δεκαετία το 1890 και δεν ολοκληρώθηκε πριν το 1903. Παρόλο που η αρχική στέγαση του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα κατά τα μέσα του 19ο αιώνα στην περιοχή του Μεταξουργείου ουσιαστικά υπήρξε η αρχή της εκβιομηχάνισης της οδού Πειραιώς, με αφετηρία τα εργαστήρια που διέθετε το ίδρυμα για την εκπαίδευση των τροφίμων του, ο Τσίλλερ στέγασε το Ορφανοτροφείο σε ένα κομψό νεοκλασικό κτήριο με εντυπωσιακό αίθριο. Ωστόσο, ήδη από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, τμήμα του κτηρίου στεγάζει φυλακές αντιφρονούντων, ενώ αυτή του η χρήση παγιώνεται τόσο κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής όσο και κατά τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Οι «Φυλακές Χατζηκώνστα» έγιναν γρήγορα ένα κτήριο αντιπαθές στους Αθηναίους, αλλά το κυριότερο αποτέλεσμα της επίταξής του ήταν η ανατίναξή του από τον ΕΛΑΣ τον Δεκέμβριο του 1944, που του προξένησε ζημιές πιθανότατα καθοριστικές για την επιβίωσή του.

 

Το κτήριο Όθωνα Λέφα-Τετενέ εκεί που πριν τη δεκαετία του 1970 βρισκόταν το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα (φωτο Σύλλογος Φίλων Ιδρύματος Χατζηκώνστα)

 

Η ανέγερση του κτηριακού συγκροτήματος που αντικατέστησε το Ορφανοτροφείο συνοψίζει όλη την αφήγηση της βίαιης αρχιτεκτονικής μεταβολής που συντελέστηκε στα μεταπολεμικά χρόνια. Η οικοδόμηση του συγκροτήματος το 1963, που έγινε με την μετέπειτα πασίγνωστη μέθοδο της αντιπαροχής, μοιάζει να ανοίγει την αυλαία για ό,τι θα επακολουθήσει, ενώ ο επικεφαλής της κατασκευής, ο εργολάβος (και πολιτευτής της ΕΡΕ) Όθων Λέφας – Τετενές θα συνδέσει το όνομά του με παρόμοιες ανοικοδομήσεις σε αρκετά εκτεταμένη κλίμακα. Παρά τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Τετενέ, που περιλάμβαναν πολυτελές ξενοδοχείο και εμπορικό κέντρο αμερικάνικου τύπου, τα τέσσερα ενιαία αλλά αυτόνομα κτήρια του οικοδομικού τετραγώνου στεγάζουν κατοικίες και καταστήματα. Η σημερινή κατάσταση του κτηρίου και η άσχημη γήρανση του μπορεί να λειτουργήσει και ως σύμβολο για την συνολική τροπή που πήρε η μεταπολεμική «ανοικοδόμηση της αντιπαροχής» για την πόλη της Αθήνας.

 

Το μόνο που θυμίζει σήμερα την ύπαρξη του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα δίπλα στο θηριώδες συγκρότημα του Τετενέ είναι το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, που σχεδιάστηκε επίσης από τον Ερνέστο Τσίλλερ για τον περίβολο του Ορφανοτροφείου και γλύτωσε τελικά την κατεδάφιση. Οι πυργίσκοι του νέο-ρωμανικού ναού του Αγίου Γεωργίου και οι δύο πανύψηλες ουασινγκτόνιες εκατέρωθεν του αποτελούν ισχυρή δήλωση για το μακρινό παρελθόν της οδού Πειραιώς αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν και ενδιαφέρουσα αντίθεση με την διάδοχη κατάσταση.

 

Το Εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου δίπλα απο το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα του οποίου διακρίνεται το παραμυθένιο αίθριο (φωτο Σύλλογος Φίλων Ιδρύματος Χατζηκώνστα)

 

Φτάνοντας στην πλατεία Ελευθερίας, το σημαντικότερο κτήριο που συναντάμε στα μέσα του 19ου αιώνα είναι η κατοικία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Η εντυπωσιακή, νεοκλασικού ρυθμού, οικία Κουμουνδούρου αντικατέστησε ένα παλαιότερο αρχοντικό σπίτι που υπήρχε στο ίδιο σημείο από τα οθωνικά κιόλας χρόνια, ιδιοκτησίας του πλούσιου ομογενή Ιωάννη Καρατζά, δείχνοντας ότι η κατεδάφιση κτηρίων και η αντικατάσταση τους με άλλα είναι μια υπόθεση παλαιά όσο και η ίδια η ύπαρξη της Αθήνας και ταυτόσημη με την εξέλιξή της, με την εξαγωγή των συμπερασμάτων σχετικά με αυτό να εξαρτάται τόσο από την αισθητική αξία των κτισμάτων που θυσιάζονται, όσο και την αξία αυτών που καλούνται να τα αντικαταστήσουν.